10 Μαρτίου 2013

Χρήστος Βακαλόπουλος: Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν..




Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. Μαζευτήκαμε τότε γύρω από ένα συγκρότημα ροκ, τους Peppers και αργότερα Ρέμπελους, που πρόλαβαν να παίξουν σε μερικές συναυλίες και να βγάλουν ένα δίσκο σαράντα πέντε στροφών στην εταιρεία Zodiac, λίγο πριν διαλυθούν μέσα σ’ αυτή την παρεξήγηση που ονομάσθηκε μεταπολίτευση. Πίσω μας είχαμε έναν κόσμο ουσιώδους αφέλειας που δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια της χούντας συνέχιζε ακόμα να υπάρχει – οι άνθρωποι έβγαζαν καρέκλες στους δρόμους της Κυψέλης, οι θερινοί κινηματογράφοι γέμιζαν στις ταράτσες, στα πάρτυ όλοι ντρεπόντουσαν με την άνεσή τους. Όμως αυτός ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται σε όφελος της τηλεόρασης, των ντισκοτέκ και του φαινομενικού αντίβαρού τους, της αμφισβήτησης.

Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλληκάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από το λαιμό και δε λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο. Εφτά ολόκληρα χρόνια μαθαίναμε ο ένας τον άλλο να περιφρονεί τον τόπο του και να θαυμάζει ένα μυθικό τόπο, αποτελούμενο από συγκροτήματα ροκ, φοιτητικές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα της κραιπάλης, ελεύθερες σχέσεις, πρίγκηπες της παρακμής, χιλιάδες παιδικές χαρές για μεγάλους.
Μάθαμε να περιμένουμε κάτι και ξεμάθαμε να βλέπουμε τι γινόταν γύρω μας. Την ώρα που ο Παττακός εκτελούσε το εθνοσωτήριο έργο του μαζεύοντας γόπες στην οδό Πατησίων και ο Καράγιωργας έχανε το χέρι του ώστε να γίνει αργότερα υπουργός ο Κατσιφάρας, εμείς φανταζόμαστε τη ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ ή μια ροχάλα του Κον Μπεντίτ.
Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών αλλά αυτό δεν μας ένοιαζε καθόλου, η Ελλάδα δεν υπήρχε για μας, όπως δεν υπήρχε και για όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μ’ αυτό το κουρασμένο-ύφος-του-ανθρώπου-που-ένοιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του, την Ελλάδα τη χαρίζαμε στους χουντικούς μαζί με το δημοτικό τραγούδι. Εμείς οι ίδιοι, στρατιώτες του μέλλοντος, βάλαμε ένα χεράκι ώστε να την κρύψουμε για πάντα από τους εαυτούς μας και σχεδόν την τελειώσαμε μέσα μας.
Από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Μέχρι τότε ήξερε να ζει και να πεθαίνει, να ερωτεύεται και να ματώνει, γνώριζε όλες αυτές τις εντάσεις που τις σάρωσε η χούντα, η τηλεόραση, η αντίσταση στη χούντα, η αντίσταση στην τηλεόραση, η κατανάλωση, η αντίσταση στην κατανάλωση, ο Νίκος Μαστοράκης, τα συγκροτήματα ροκ ως αντίσταση στον Νίκο Μαστοράκη.
Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν να πηγαίνουν μαζί κι εκείνο που χάθηκε είναι ο ρυθμός της καθημερινής ζωής που συνδεόταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο με τους αιώνες, αυτούς τους φτωχούς αιώνες που τους αφήσαμε πίσω για πάντα δημιουργώντας συγκροτήματα ροκ, συγκροτήματα ελεύθερων σχέσεων, συγκροτήματα πολιτιστικών συλλόγων, συγκροτήματα πλήξης, συγκροτήματα γκρίνιας FM stereo.
Οι άνθρωποι δεν βγάζουν πια καρέκλες στους δρόμους, οι θερινοί κινηματογράφοι γκρεμίζονται, στα πάρτυ δεν ντρέπεται κανείς, η καχυποψία έχει εγκατασταθεί παντού, πολύ ωραία τα καταφέραμε. Οι Ρέμπελοι διαλύθηκαν τη στιγμή που ο Καραμανλής πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, τα μέλη τους πήγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Εγώ έμεινα πίσω και νοιώθω πολύ αμήχανος όταν τους βλέπω – νομίζω άλλωστε ότι και σ’ αυτούς συμβαίνει το ίδιο.
Δεν είμαστε πια ο εαυτός μας και το ξέρουμε. Όλοι μας φτιάξαμε ένα συγκρότημα στη διάρκεια της δικτατορίας και τώρα το διαλύουμε συνεχώς, γιατί αυτό που επιθυμήσαμε – η μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά – αποδείχθηκε εξ ίσου ξενέρωτο με τη χουντική αντιαισθητική πραγματικότητα.
Οι συνταγματάρχες, αυτοί οι «κακοί του καφενείου» που πήραν την εξουσία, μας οδήγησαν στο στρατόπεδο της καχυποψίας, μας έχωσαν μέσα στην ιδεολογία από την οποία δεν βγήκαμε ποτέ, ακόμη και σήμερα που ιδεολογία μας είναι η διαφήμιση.
Αν είναι να ξανακάνουμε κάποιο συγκρότημα, πρέπει να τα έχουμε υπ’ όψη μας όλα αυτά και να επιστρέψουμε πίσω, όχι με σημαίες και γελοία ταμπούρλα, να γυρίσουμε πίσω μέσα μας, χωρίς να το πούμε σε κανέναν. Διαφορετικά, πρέπει να μείνουμε αμήχανοι όπως είμαστε, αποφεύγοντας την πολλή παρέα.

(Χρήστος Βακαλόπουλος, Η 21η Απριλίου κι Εμείς, Περιοδικό Ιστός 5, Πάσχα 1992
)
πηγήhttp://tvxs.gr

07 Μαρτίου 2013

Κι ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ διδάξεις


Κι ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ διδάξειςγιατὶ προσμένει νὰ τοῦ πεῖς, ἕνα παιδί,
ἢ γιατὶ ὁ ξένος σου
μπαίνει στῆς λάμπας σου τὸν κύκλο
σκοτεινιασμένος ἀπ᾿ τὴν ἄχνα τοῦ βραδιοῦ,
ἢ ποὺ τὸ βῆμα σου κάποτε ξαστοχᾶ
κι᾿ ὡσότου ξαναφέξει
πρέπει κι᾿ ἐσὺ σὲ φίλους νὰ σταθεῖς
ἢ ποὺ ἕνας φίλος περασμένος, ποὺ φοβᾶται
πὼς κλονίζεται ἡ φιλία πού ῾χε ἀρχίσει στὰ τυφλὰ
ἀπαιτώντας ἀπὸ σένα νὰ τοῦ γράψεις -
τότε πρέπει στὸν ἑαυτό σου νὰ τὸ πεῖς συνειδητὰ
τί σημαίνει «νὰ διδάσκεις»:
Μὲ λόγια ποὺ βαθιά σου τὰ γνωρίζεις
ἑκούσια νὰ πεῖς: ὑπάρχω ἐγώ.
Κι᾿ ἀκόμη πιὸ πολὺ
διδάσκω δὲν θὰ πεῖ: σὲ κάποιον
γιὰ τὴν σύμπτωση νὰ λὲς τῶν ἐποχῶν
πῶς συμβαίνει καὶ γιατί·
διδάσκω θὰ πεῖ: Γιὰ τὸν Ἕνα νὰ ρωτήσεις τὸν καθένα
ποὺ τοῦ μοιάζει στὴ σιωπή...

Ράινερ Μαρία Ρίλκε 

06 Μαρτίου 2013

Commandante Chavez .... για πάντα παρών





Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος




Τάσος Λειβαδίτης 

Ελένη Βιτάλη - Κιβωτός


Γεννήθηκα με ένα γιατί
μες την καρδιά κρυμμένο
ποιους μάγκες εξυπερετώ
ποιοι μ' έχουν κουρδισμένο

Με φέρανε και μου 'πανε
ποτέ μιλιά μη βγάλω
πως είναι που γεννήθηκα
προνόμιο μεγάλο

Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας...

02 Μαρτίου 2013


Ξέρεις δεν έχω κανέναν άλλο να με αγαπάει πέρα από σένα ποιητικό φεγγάρι μου.

Κάποτε βλέπεις προσπάθησα να αντιστρέψω τα νοήματα των λέξεων για να μπορέσω να επιβιώσω. Όταν κάποιος με έβριζε εγώ άκουγα τα λόγια του σα γλυκιά παρηγοριά και χαμογελούσα. Όταν κάποιος αργότερα με έστελνε στο διάολο, εγώ έβλεπα τα χείλη του να σχηματίζουν το σαγαπώ. Εκείνο το σαγαπώ που με την απουσία του  στέγνωνε και στεγνώνει τη ζωή μου. Όταν πάλι με κοίταζαν με οίκτο και λύπηση εγώ μετέφραζα τη ματιά τους ως συμπόνοια και αμέσως ζητούσα από εσένα φεγγάρι μου συντροφιά. Και ας ήσουν μισό. Δε με ένοιαζε -αν και πάντα γνώριζα καλά τι λείπει-.

Ποτέ δεν αντίκρισα το φεγγάρι ολόγιομο. Πάντα του έκλεβαν ένα κομμάτι του ποτέ μικρότερο πότε μεγαλύτερο και εγώ έψαχνα απεγνωσμένα το γιατί. Έψαχνα μα κανένας δεν ήταν σε θέση να μου απαντήσει. Άνθρωποι στρουθοκάμηλοι, κρύβουν βιαστικά οτιδήποτε μεμπτό κάτω από το ευγενές χαλί της ηθικής τους. Ως πότε; Ως πότε σας ρωτώ ως πότε; Απαντήστε μου τουλάχιστον εσείς.!

Φεγγάρι μου δε με ακούνε! Ποτέ τους δε με άκουσαν. Κανένα μας δεν άκουσαν. Μας προσπερνάνε σφραγίζοντας τα μάτια και τη καρδία τους απέναντι σε εμάς - τους απόκληρους της ζωής-, όπως θέλησαν να μας ονομάσουν κάποιοι. Φεγγάρι μου είσαι πλέον ο μοναδικός μου φίλος, η ματιά σου με καθησυχάζει κάθε φορά που αναλογίζομαι το αύριο, το φως σου με κοιμίζει τις δύσκολες νύχτες και γλυκαίνει τη θύμηση εκείνων των ψυχών που κάποιοι αποφάσισαν να διώξουν από αυτό το πλανήτη.

Μα φεγγάρι μου, είναι στιγμές που σα σε θωρώ σε συναντώ θλιμμένο. Ξέρω πως αν σε αφήνανε ουράνια δάκρυα θα χάραζαν το πρόσωπό σου, γιατί σ᾽άφησαν μισό. Κλέψανε την αγάπη και σου χάρισαν στιγμές μίσους και δακρύων. 
Μα εσύ δεν κλαις. Όχι δε κλαις.
 Ω αιώνιε παρατηρητή γελάς! Ναι γελάς. Μπορώ ακόμα και ας σ´αφήσανε μισό να διακρίνω το μειδίαμα σου. Χλευάζεις τη ηλιθιότητα μας και με το δίκιο σου.
 Μα φεγγάρι μου απορώ πως αιώνες τώρα αντέχεις στη θωριά τέτοιας βλακείας.
Απορώ μα σε θαυμάζω γιατί εγώ άλλο δεν αντέχω. Κουράστηκα. Με κούρασαν οι άνθρωποι.
Δεν αντέχω το μίσος άλλο πια. Σταμάτησα από καιρό να καταλαβαίνω τους ανθρώπους. Έχω δει τόσους θανάτους, έχω αντιμετωπίσει τόση βια που πια δε συγκινούμε. Και είναι ότι πιο σκληρό και απάνθρωπο να συνειδητοποιείς πως χάνονται σίγα σιγά τα συναισθήματα σου και μεταλλάσσεσαι σε κάτι που δεν αναγνωρίζεις ούτε εσύ ούτε εκείνοι που συνήθιζαν να σε γνωρίζουν.


Μα γιατί γελιέμαι.
Έχασα τον τελευταίο μου σύντροφο  τρεις μέρες πριν. Έχασε τη ισορροπία του και έπεσε στις γραμμές του τρένου, αυτά διαδίδει ο τύπος. Το ανθρωποκυνηγητό από τους εκπροσώπους του νόμου αποσιωπήθηκε φυσικά.


Είμαι μόνη μου πια.
Βρίσκομαι σε κάποιο κέντρο κράτησης και αδυνατώ να σε αντικρίσω φεγγάρι μου.
Και είναι άδικο συνταξιδιώτη μου είναι πολύ άδικο.
Γιατί ξέρω, σήμερα ξέρω πως είσαι και πάλι γεμάτο, είσαι και πάλι ολόκληρο.

απόσπασμα απο ᾽Όταν το κατάλαβα, σε είδα᾽(ένας διάλογος μιας μετανάστριας με το φεγγάρι)




  Τελευταίο μπλουζ , 
για να διαβαστεί κάποια μέρα  

Ήταν μόνο ένα φλέρτ,
το 'ξερες αυτό -
κάποιος πληγώθηκε
εδώ και καιρό.

Όλα είναι ίδια
κι ο χρόνος διαβαίνει -
Μια μέρα γεννιέσαι,
μια μέρα πεθαίνεις.

Eδώ και καιρό
κάποιος πέθανε -
κάποιος προσπάθησε,
μα δεν έμαθε. 


Τσέζαρε Παβέζε